νεκρός

νεκρός
-ή, -ό
1. πεθαμένος: ...Σκληρέ κόσμε! και δεν τους λυπάσαι την τιμή, όταν είναι νεκρές (Σολωμός).
2. μτφ., αυτός που δεν έχει ζωτικότητα, κίνηση: Γιατί κανείς πριν πέσει χάμω, νεκρός, σωστό το μέτρο του να δείξει δεν μπορεί (Γ. Βλαχογιάννης).
3. ανίσχυρος, ασήμαντος: Το νεκρό γράμμα του νόμου.
————————
ο
το πτώμα, το λείψανο: Συνοδέψαμε το νεκρό.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • νεκρός — corpse masc nom sg νεκρός corpse masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκρός — ή, ό, θηλ. και ά (ΑΜ νεκρός, ά, όν) 1. αυτός που στερήθηκε τη ζωή, πεθαμένος («χελώνην ποὺ νεκρὰν εὑρών», Λουκιαν.) 2. αυτός που δεν έχει ζωτικότητα ή κίνηση, αδύνατος, άτονος, αδρανής (α. «να σέ σφίξω απεθυμάω, μα το χέρι είναι νεκρό», Σολωμ. β …   Dictionary of Greek

  • Ἔμψυχος νεκρός. — См. Заживо умереть …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • νεκρά — νεκρός corpse neut nom/voc/acc pl νεκρά̱ , νεκρός corpse fem nom/voc/acc dual νεκρά̱ , νεκρός corpse fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκρῶν — νεκρός corpse fem gen pl νεκρός corpse masc/neut gen pl νεκρός corpse masc gen pl νεκρόω make dead pres part act masc voc sg (doric aeolic) νεκρόω make dead pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) νεκρόω make dead pres part act masc nom… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκρόν — νεκρός corpse masc acc sg νεκρός corpse neut nom/voc/acc sg νεκρός corpse masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκρότερον — νεκρός corpse adverbial comp νεκρός corpse masc acc comp sg νεκρός corpse neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκροῖν — νεκρός corpse masc/neut gen/dat dual νεκρός corpse masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκροῖο — νεκρός corpse masc/neut gen sg (epic) νεκρός corpse masc gen sg (epic) νεκρόω make dead pres opt mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεκροῖς — νεκρός corpse masc/neut dat pl νεκρός corpse masc dat pl νεκρόω make dead pres opt act 2nd sg νεκρόω make dead pres subj act 2nd sg νεκρόω make dead pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”